ἅτερος

ἅτερος
See also: ἕτερος
Page in Frisk: 1,178

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άτερος — ἅτερος (Α) δωρ. τ. του έτερος …   Dictionary of Greek

  • ἅτερος — sṃ masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θἄτερος — ἅτερος , ἅτερος sṃ masc nom sg ἕτερος , ἕτερος D Mort. masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χἄτερος — ἅτερος , ἅτερος sṃ masc nom sg (doric) ἕτερος , ἕτερος D Mort. masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁτέρω — ἅτερος sṃ masc/neut nom/voc/acc dual ἅτερος sṃ masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁτέρων — ἅτερος sṃ fem gen pl ἅτερος sṃ masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁτέρως — ἅτερος sṃ adverbial ἅτερος sṃ masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅτερον — ἅτερος sṃ masc acc sg ἅτερος sṃ neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁτέραις — ἅτερος sṃ fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁτέροις — ἅτερος sṃ masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁτέρου — ἅτερος sṃ masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.